συναθροίσα

συναθροίσα
συναθροίσᾱ , σύν-ἁθρέω
gaze at
pres part act fem nom/voc/acc dual (doric)
συναθροίσᾱ , σύν-ἀθρέω
gaze at
pres part act fem nom/voc/acc dual (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • συναθροισάσης — συναθροισά̱σης , συναθροίζω gather together aor part act fem gen sg (attic epic ionic) συναθροϊσά̱σης , συναθροίζω gather together aor part act fem gen sg (attic epic ionic) συναθροισά̱σης , συναθροίζω gather together aor part act fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίσας — συναθροίσᾱς , συναθροίζω gather together aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) συναθροΐσᾱς , συναθροίζω gather together aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) συναθροίσᾱς , συναθροίζω gather together aor part act masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίσασα — συναθροίσᾱσα , συναθροίζω gather together aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) συναθροΐσᾱσα , συναθροίζω gather together aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) συναθροίσᾱσα , συναθροίζω gather together aor part act fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίσασαι — συναθροίσᾱσαι , συναθροίζω gather together aor part act fem nom/voc pl (attic epic ionic) συναθροΐσᾱσαι , συναθροίζω gather together aor part act fem nom/voc pl (attic epic ionic) συναθροίσᾱσαι , συναθροίζω gather together aor part act fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίσασιν — συναθροίσᾱσιν , συναθροίζω gather together aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) συναθροΐσᾱσιν , συναθροίζω gather together aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) συναθροίσᾱσιν , συναθροίζω gather together aor part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναθροίζω — συνάθροισα, συναθροίστηκα, συναθροισμένος, συγκεντρώνω, μαζεύω σε ένα μέρος: Μπροστά στον κίνδυνο συναθροίστηκαν στις εκκλησιές και προσευχήθηκαν. – Στο συναθροισμένο πλήθος μίλησε ο δήμαρχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συναθροίζω — συναθροίζω, συνάθροισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”